Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014




Βασίλειος Μπετσάκος       

Φιλολογική

                                                                           


Η διαλεκτική ορθολογισμού και δεισιδαιμονίας
στο Ἁμάρτημα τῆς μητρός μου του Γεωργίου Βιζυηνού

Αποτελεί τόπο κοινό της νεοελληνικής φιλολογίας ότι ο Βιζυηνός καλλιεργεί το ηθογραφικό διήγημα, ότι ρεαλιστικά αποδίδει με τη διηγηματογραφία του τα ήθη και τα έθιμα, τη νοοτροπία και τη στάση ζωής πληθυσμών της ελληνικής υπαίθρου, ιδιαίτερα της πατρίδας του της Θράκης. Κανείς δεν θα διαφωνούσε με την απόφανση αυτή. Εκείνο που ενοχλεί, όμως, είναι ο κεντρικός χαρακτήρας και η ερμηνευτική υπεραξία που έχει αποδοθεί στην ηθογραφία[1]. Ο Βιζυηνός είναι αληθινός δημιουργός, όχι απλώς και μόνο διότι αφορμάται από τον ασφαλή και νόστιμο λιμένα της ηθογραφίας (πότε-πότε ενορμίζεται σ’ αυτόν), αλλά διότι με την τέχνη του ανοίγεται πλησίστιος και τολμητίας στο τρικυμιώδες πέλαγος της ανθρώπινης ψυχής. Και έχει καταδειχθεί ότι έρμα που εγγυάται την ευόδωση αυτής της εξερεύνησης (και την υπέρβαση της ηθογραφίας) αποτελούν ο άδολος αυτοβιογραφικός χαρακτήρας του έργου του, η ψυχογραφική του δεινότητα, η μοντερνιστική -και με σημερινά κριτήρια- αφηγηματική τεχνική του, ο βαθύς και ειλικρινής ανθρωποκεντρισμός του. Στην ίδια μετα-ηθογραφική προοπτική ενδέχεται να λειτουργεί και μια φιλοσοφική (ανθρωπολογική) θεώρηση του προσωπικού και συλλογικού βίου, την οποίαν εμμέσως και διακριτικά αποτολμά ο Βιζυηνός[2].
Το Ἁμάρτημα τῆς μητρός μου (1883), «το πρώτο καθαυτό νεοελληνικό διήγημα»[3], έχει αυτοβιογραφικό[4] περιεχόμενο. Πέραν της μαρτυρίας του τίτλου, διαδραματίζεται στην πατρίδα του λογοτέχνη, επικεντρώνεται σε περιστατικά της οικογενειακής του ζωής και σε βιώματα συγγενικών του προσώπων. Δομείται με την έξοχη τεχνική της διαπλοκής δύο αφηγηματικών προσωπείων του ίδιου του Βιζυηνού: ο απλοϊκός λόγος των παιδικών αναμνήσεων και εμπειριών διαπλέκεται με τον έντεχνο λόγο αποστασιοποιημένων εκλογικεύσεων και ερμηνειών, επιτρέποντας σε εμάς τους αναγνώστες να ζήσουμε συμπάσχοντας και αγωνιώντας τα παθήματα που οδήγησαν στην ενηλικίωση του αφηγητή–παιδιού και την ανάδυση του ώριμου αφηγητή[5]. Ο μικρός γιος μεταμορφώνεται σταδιακά σε διανοούμενο ενήλικα, διανοίγοντας συγχρόνως όλο και πιο ευδιάβατα τα μονοπάτια της σχέσης με την αγαπημένη και ενοχική μητέρα. Ένα δίκτυο πρόδρομων και ανάδρομων αφηγήσεων υπονομεύει την ψευδαίσθηση της γραμμικότητας του βίου, και αναδεικνύει τον συστελλόμενο και διαστελλόμενο χρόνο ως ορίζοντα εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα οι κινήσεις-σχέσεις των προσώπων του διηγήματος. Στο δράμα των προσώπων, στην εκδίπλωση των σχέσεων, στη διερεύνηση των αβύσσων της ψυχής το ηθογραφικό πλαίσιο λειτουργεί ως σκηνικό, καθόλου τυχαίο και κατά κανένα τρόπο εναλλάξιμο.

Θα επιχειρήσουμε να διαπεράσουμε την ηθογραφία του διηγήματος με όχημα τη διαλεκτική ορθολογισμού και δεισιδαιμονίας. Η συγκεκριμένη επιλογή νομιμοποιείται (ανάμεσα σε άλλες ενδεχομένως προσφορότερες) πρωτίστως από εξώφθαλμα δεδομένα του κειμένου, και δευτερευόντως από τα βιογραφικά δεδομένα της ακαδημαϊκής αποδημίας του επαρχιώτη Βιζυηνού στην πεφωτισμένη Εσπερία.
Ας πούμε ότι ο ώριμος αφηγητής του διηγήματος απηχεί τα κελεύσματα του ορθού λόγου, ενώ η ευσεβής μητέρα του, η Δεσποινιώ η Μηχαλιέσσα, καταλήγει να εκπροσωπεί τη λαϊκή δεισιδαιμονία.
Ο ορθολογισμός εν γένει χαρακτηρίζεται από την πίστη και εμπιστοσύνη στις ικανότητες του ανθρώπινου μυαλού, από τη θεμελίωση των κριτηρίων της ατομικής και κοινωνικής ζωής στη λογική, από την απόρριψη κάθε υπερβατικής-μεταφυσικής αξιολογίας, από το πρόταγμα μιας συντεταγμένης κοινωνίας με όραμα λειτουργικότητας και παραγωγικότητας. Δεν αναφερόμαστε ούτε στον σχολαστικό ορθολογισμό της τυπικής λογικής ούτε στη νοησιαρχία ούτε στον εργαλειακό ορθολογισμό. Ο ώριμος αφηγητής του Ἁμαρτήματος μοιάζει να εκπροσωπεί απλώς τον θετικιστικό ορθολογισμό, τη βαθιά πίστη στην επιστημονική αλήθεια, την ανόθευτη αισιοδοξία του 19ου αι. στην ερευνητική και απελευθερωτική δύναμη των ραγδαία αναπτυσσόμενων επιστημών· δεν έχει γνωρίσει ούτε τον παραλογισμό και τις διαψεύσεις του 20ου αι, ούτε την ανυπολόγιστη φθορά που επέφερε ο ορθολογισμός της αποτελεσματικότητας στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, αλλά ούτε και τις επιστημολογικές ανατροπές που προκάλεσαν οι εκπληκτικές ανακαλύψεις της Φυσικής.
Η δεισιδαιμονία, από την άλλη, χαρακτηρίζεται από φόβο και πίστη σε ανεξέλεγκτες υπερ-ανθρώπινες δυνάμεις μεταφυσικής προέλευσης αλλά και απειλητικής δράσης στο πεδίο της καθημερινότητας· λειτουργεί με αναφορά σε εξωγενείς-ἐξωτικές επενέργειες, αφενός ερμηνεύοντας δι’ αυτών και καθορίζοντας τον ανθρώπινο βίο, αφετέρου επιχειρώντας να τις ελέγξει με εξευμενιστικές πρακτικές. Δεν αναφερόμαστε ούτε στην πρωτογονική δεισιδαιμονία της μαγικής θεώρησης του κόσμου,  ούτε στη φολκλορική δεισιδαιμονία των εκφορτισμένων παραδόσεων. Η μητέρα του Ἁμαρτήματος εκπροσωπεί τη δεισιδαιμονία ως ένα από τα νήματα που πλέκουν τον στέρεο ιστό της μικρής κοινότητάς της, τη δεισιδαιμονία ως ζωντανό απομεινάρι της μυθικής και πιθανώς εν μέρει σοφής θεώρησης του κόσμου[6].
Από πού αντλεί ο ώριμος αφηγητής τα διανοήματα που συστήνουν την ορθολογική θεώρηση του λογοτεχνικού του σύμπαντος; Καταρχάς από την κοινή λογική:
-Αναφερόμενος στην ασθενική του αδελφή και την ανοχή που αυτή απολάμβανε σχετικά με το αν θα πάει στο σχολείο, παρεμβαίνει στην αφηγηματική ροή και με μία αυστηρή καθαρεύουσα σχολιάζει:
Ἐξαιρέσεις τοιαῦται ἔπρεπε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ γεννήσουν ζηλοτυπίας βλαβερὰς μεταξὺ παιδίων, μάλιστα μικρῶν, ὅπως ἤμεθα καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι δύο μου ἀδελφοί...
-Ερμηνεύοντας ορθολογικά (και όχι ενοχικά, μαγικά...) τον εξ αμελείας φόνο του βρέφους από την κατάκοπη μητέρα του, ο αφηγητής αξιοποιεί εμφατικά την κοινή εμπειρία των ενδεχόμενων συνεπειών της κούρασης (η λέξη επαναλαμβάνεται πέντε φορές κατά τη διήγηση του θλιβερού συμβάντος).
Αλλά στον πυρήνα της ορθολογικής οπτικής του διανοούμενου αφηγητή βρίσκεται πρωτίστως η επιστήμη[7] με ποικίλους κλάδους της. Η ψυχολογία επιστρατεύεται συχνά και ερμηνεύει ανεξήγητες κατά τα άλλα επιλογές και συμπεριφορές:
-Η φτωχή μητέρα εξακολουθεί να πληρώνει τον κομπογιαννίτη και αναποτελεσματικό “γιατρό”, ακριβώς διότι στην απελπισία της παρηγορείται από τη σανίδα της ελπίδας που αυτός εντέχνως της παρέχει.
-Η αδελφή που ολισθαίνει προς τον θάνατο προικίζεται με μια ωριμότητα απάδουσα της παιδικής της ηλικίας, διδακτική για τη μητέρα:
-Ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο θέλεις νὰ παίζετε μαζί; τὴν ἠρώτησε τρυφερῶς ἡ μήτηρ μου -τὸν Χρηστάκη, ἢ τὸ Γιωργί; Ἡ ἀσθενὴς ἔρριψε πρὸς τὴν λαλοῦσαν πλάγιον ἀλλ' ἐκφραστικὸν βλέμμα, καὶ, ὡς ἐὰν ἐπέπληττεν αὐτὴν διὰ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἀδιαφορίαν, τῇ ἀπήντησεν, ἀργὰ καὶ μετρημένα· -Ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο θέλω; Κανένα δὲν θέλω χωρὶς τὸν ἄλλο. Τὰ θέλω ὅλα τὰ ἀδέλφια μου, ὅσα καὶ ἂν ἔχω. Ἡ μήτηρ μου συνεστάλη καὶ ἐσιώπησεν.
-Η μητρική αγάπη, ακριβώς την έσχατη στιγμή της συνειδητοποίησης του μοιραίου, σκέπει το άλλο, το ἀδικημένο τέκνο της σημαίνοντας σημείο κραταιό: η σχέση και η ζωή συνεχίζονται επέκεινα πίκρας και μοίρας.
Αντίστοιχα, ορισμένες περιγραφές έχουν την κλινική ακρίβεια της ιατρικής παρατήρησης:
-Η περιγραφή της άρρωστης Αννιώς:
Ἐνθυμοῦμαι τοὺς μαύρους καὶ μεγάλους αὐτῆς ὀφθαλμούς, καὶ τὰ καμαρωτὰ καὶ σμιγμένα της ὀφρύδια, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο τόσῳ μᾶλλον μελανότερα, ὅσῳ ὠχρότερον ἐγίνετο τὸ πρόσωπόν της.
-Επίσης: Ἡ ἀσθενὴς δὲν ἐκοιμᾶτο, ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ ὅλως διόλου ἔξυπνος. Τὰ βλέφαρά της ἦσαν ἡμίκλειστα· οἱ δὲ ὀφθαλμοί της, ἐφ' ὅσον διεφαίνοντο, ἐξέπεμπον παράδοξον τινὰ λάμψιν...
-Με την ίδια ακρίβεια ερμηνεύεται και η ψυχική ιδιαιτερότητα της μητέρας:
Τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο δυστύχημα ἐπηρέασε τόσον πολὺ τὸν βίον της ὅλον, ὅσῳ μᾶλλον ἁπλῆ καὶ ἐνάρετος καὶ θεοφοβουμένη ἦτον ἡ μήτηρ μου. Ἡ συναίσθησις τοῦ ἁμαρτήματος, ἡ ἠθικὴ ἀνάγκη τῆς ἐξαγνίσεως καὶ τὸ ἀδύνατον τῆς ἐξαγνίσεως αὐτοῦ -τί φρικτὴ καὶ ἀμείλικτος Κόλασις! Ἐπὶ εἰκοσιοκτὼ τώρα ἔτη βασανίζεται ἡ τάλαινα γυνὴ χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ κοιμίσῃ τὸν ἔλεγχον της συνειδήσεώς της, οὔτε ἐν ταῖς δυστυχίαις οὔτε ἐν ταῖς εὐτυχίαις της![8].
   Για τον επιστήμονα αφηγητή το ενιαίον ψυχής-σώματος είναι αυταπόδεικτη αλήθεια:
-Εκφράζεται με την αμοιβαιότητα των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων του σοκ που υφίσταται το παιδί όταν ακούει την μητέρα του να εύχεται το θάνατό του:
Ὅταν ἤκουσα τὰς λέξεις ταύτας, παγερὰ φρικίασις διέτρεξε τὰ νεῦρά μου καὶ ἤρχισαν τὰ αὐτία μου νὰ βοΐζουν... Οἱ ὀδόντες μου συνεκρούοντο ὑπὸ τοῦ τρόμου, καὶ ἐγὼ ἔτρεχον, καὶ ἀκόμη ἔτρεχον.
Η περιγραφή του τυπικού της υιοθεσίας αλλά και η σύνδεσή του με την ουσία μιας πράξης υπεύθυνης ενώπιον Θεού και κοινότητας (Ἤδη αὐτὴ ἡ υἱοθέτησις ἐγένετο πανηγυρική...), η αναφορά στο ευρωπαϊκό πρότυπο γυναίκας (...ὡραίαν καὶ συμπαθητικήν, ἀνεπτυγμένην καὶ ἔξυπνον, μὲ γράμματα, μὲ χειροτεχνήματα...) έχουν την ποιότητα εθνολογικών-κοινωνιολογικών περιγραφών.
Παρομοίως, οι προσπάθειες του γιου να ανακουφίσει την ένοχη μητέρα βασίζονται σε μια στοιχειώδη αρχή της νομικής, στο ἀπρομελέτητον καὶ ἀβούλητον τοῦ ἁμαρτήματος.
Αλλά κατεξοχήν δεί(ή)γματα ορθολογισμού αποτελούν τα ειρωνικά βέλη που στρέφονται ενάντια σε φαινόμενα ενδημικά σε μια υπανάπτυκτη κοινωνία:
-Χαριτωμένο σκώμμα για τον ανάλγητο μπεκρή κουρέα που αυτοχειροτονείται ιατρός:
-Εἶμαι γέρος, μωρή, ἔλεγε πρὸς τὴν ἀνυπόμονον μητέρα, εἶμαι γέρος, καὶ ἂν δὲν τὸ τσούξω κόμματι, δὲν βλέπουν καλὰ τὰ μάτια μου. Καὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐψεύδετο. Διότι ὅσῳ περισσότερον ἔπινε, τόσο εὐκολώτερον ἠδύνατο να διακρίνῃ ποία εἶναι ἡ παχυτέρα τῆς αὐλῆς μας ὄρνιθα, διὰ νὰ τὴν λάβῃ ἀπερχόμενος·
-Σαρκασμός εν ου παικτοίς και για την «επιστημονική» πρόγνωση του ιδίου αγύρτη ισχυριζομένου:
ἡ πορεία τῆς ἀσθενείας εἶναι καλή, καὶ ἀκριβῶς τοιαύτη, ὁποίαν ἐδικαιοῦτο νὰ τὴν περιμένῃ ἡ ἐπιστήμη ἀπὸ τὰς συνταγάς του: Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἦτο δυστυχῶς λίαν ἀληθές. Ἡ κατάστασις τῆς Ἀννιῶς ἔβαινεν ἀργὰ μὲν καὶ ἀπαρατηρήτως, ἀλλ' ὁλονὲν ἐπὶ τὰ χείρω·
-Αποκαλυπτική ειρωνεία για την κρυψίνου συμβουλή του ιερέα να απομακρύνουν την άμοιρη Αννιώ από το ναό:
αὐτοὶ εἶναι οἱ τυπικοὶ λόγοι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ ἱερεῖς ἀποπέμπουσι συνήθως τοὺς ἑτοιμοθανάτους, διὰ νὰ μὴ ἐκπνεύσουν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ βεβηλωθῇ ἡ ἱερότης τοῦ τόπου.
   Καλοθελητές απατεώνες, ανειλικρινείς ιερείς, περιοδεύοντες αγύρτες, γραΐδια με ειδικότητα στα βότανα, γόητες και μάγισσες που ψελλίζουν σαλαβάτια, όλοι ετερόφωτοι αστέρες στο γαλαξία του σκοταδισμού, εκτίθενται στη λάμψη καινοφανούς ορθολογισμού. Πλην όμως η λάμψη αυτή έχει την πηγή της σε ικανό βάθος χώρου-χρόνου, και, όπως θα δούμε στη συνέχεια, φιλτράρεται σε μια ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική από την αντίστοιχη της Ευρώπης του Διαφωτισμού και ένθεν.

Η μητέρα του Ἁμαρτήματος δεν είναι δεισιδαίμων, είναι μᾶλλον εὐλαβής. Αλλά λόγω της δεινής δοκιμασίας της αφήνεται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα Νηρηίδων που οργιάζουν, μαύρων γάτων που ενσαρκώνουν τον Διάβολο, αράβικων χαϊμαλιών και μυστηριωδών χρησμών. Δένει λωρίδες σε ιερά, ανάβει λαμπάδες ίσαμε το μπόι της ασθενούς της κόρης, χάνει βαθμιαία την επαφή με την πραγματικότητα, παραμελεί ακόμα και τις καθημερινές ανάγκες των αγαπημένων της παιδιών.
Η δεισιδαιμονία δεν είναι παρά η σκοτεινή πλευρά μιας κοινωνίας βυθισμένης στην αμάθεια, μιας κοινωνίας που μέσω των προλήψεων πασχίζει να εκλογικεύσει και να χειραγωγήσει τον τρόμο που ενσπείρει το ανεξήγητο. Οι λαϊκές προλήψεις έρχονται να καλύψουν το κενό που αφήνουν η απόλυτη αδυναμία διάγνωσης και αιτιολόγησης του νοσήματος, η παντελής απουσία ουσιαστικής ιατρικής φροντίδας· γι’ αυτό και λειτουργούν για την απελπισμένη μάνα ως (πρόσκαιρο) καταφύγιο. Καθώς αυτή παραμένει μέλος του εκκλησιαστικού σώματος και βέβαια δεν έρχεται σε ρήξη με την Εκκλησία ως θεσμό, υποκύπτει σε δεισιδαιμονικές πρακτικές όχι τόσο ερμηνευτικού όσο αποτροπαϊκού χαρακτήρα (γι’ αυτό και αυτές αποσύρονται από το προσκήνιο του διηγήματος και από τη μέριμνα της μάνας μετά την αποδημία της Αννιώς).
Οπωσδήποτε, η δεισιδαιμονία απλώνει το δικό της νήμα στο συνεκτικό ιστό μιας κοινωνίας που τα μέλη της μοιράζονται πολλά. Και ασφαλώς το νήμα αυτό διαπλέκεται σφικτά με τα νήματα κοινωνικής συνοχής που απλώνει η θρησκευτική παράδοση του τόπου. Παγανιστική δεισιδαιμονία και χριστιανική θρησκεία σέρνουν μαζί το βίο της κοινότητας. Και όσο κι αν θέλουν να τραβήξουν η καθεμιά το δικό της δρόμο, η έσχατη ανάγκη, η άμεση απειλή του θανάτου, τις ζεύει σε τροχιά κοινή και ατελέσφορη:
Ἡ κατάστασις τῆς ἀσθενοῦς ἐδεινοῦτο. Ἡ μητρικὴ στοργὴ ἐνίκησε τὸν φόβον τῆς ἁμαρτίας. Ἡ θρησκεία ἔπρεπε να συμβιβασθῇ μὲ τὴν δεισιδαιμονίαν. Πλησίον εἰς τὸν σταυρόν... ἐκρέμασεν ἓν «χαμαγλὶ»... Τὰ ἁγιάσματα διεδέχθησαν αἱ γοητεῖαι... Ἀλλ’ ὅλα παρήρχοντο εἰς μάτην.
Αποκορύφωμα απέλπιδος δεισιδαιμονικής θρησκευτικότητας η εξιλαστήρια «ανθρωποθυσία» στο Θεό της αγάπης: ο γιος προσφέρεται λύτρον αντί της κόρης!

Οι κύκλοι της αφήγησης γίνονται στο Ἁμάρτημα αναβαθμοί της σχέσης. Τα επεισόδια που έπονται του αρχικού μοιραίου γεγονότος αναδεικνύουν μέσα από το φωτισμό παράπλευρων σχέσεων τα δύο κεντρικά πρόσωπα. Γιος και μητέρα προσεγγίζουν καρδιακά ο ένας τον άλλο, καθώς το διήγημα βαίνει εντέχνως προς τη λύση. Πώς διαλέγονται τόσο λειτουργικά και αποτελεσματικά ο ορθολογιστής και η δεισιδαίμων; Ποιες είναι οι γέφυρες της ζεύξης φωτός και σκότους; Πώς λειτουργείται η ζωή στα αμφίθυμα Βαλκάνια του 19ου αι;
Ο ορθολογισμός του διανοούμενου αφηγητή είναι ιδιάζων, διαφοροποιείται σε σημαντικό βαθμό από τον ορθολογισμό της διαφωτισμένης Δύσης. Πρώτον, ο επιστήμονας εκπρόσωπός του εμμένει στην πίστη των πατέρων του:
-Δείχνει να συμμερίζεται την παραδοσιακή ευσέβεια της κοινότητας και της μητέρας:
Ἔπρεπε λοιπόν να μείνῃ (η Αννιώ) σαράντα ἡμερονύκτια ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας, πρὸ τοῦ ἁγίου βήματος, ἐνώπιον τῆς Μητρὸς τοῦ Σωτῆρος, ἐμπεπιστευμένη εἰς μόνον τὸ ἔλεος καὶ τοὺς οἰκτιρμοὺς αὐτῶν...
-Επικαλείται αυστηρώς θεολογικές αρχές:
Σαράντα ἡμερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ἠμπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ ἡ τρομερὰ ἰσχυρογνωμοσύνη τῶν δαιμονίων εἰς τὸν ἀόρατον πόλεμον μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς θείας χάριτος»· επίσης: ...προσπαθῶν νὰ παραστήσω εἰς αὐτὴν... τὴν ἄκραν τοῦ Θεοῦ εὐσπλαχνίαν, τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, ἥτις δὲν ἀνταποδίδει ἴσα ἀντὶ ἴσων, ἀλλὰ κρίνει κατὰ τοὺς διαλογισμοὺς καὶ τὰς προθέσεις μας.
-Αναγνωρίζει σχεδόν μητρική την παρέμβαση της εκκλησίας, προκειμένου η δική του μάνα να ξεπεράσει τον θλιβερό (και δεύτερο!) θάνατο της κόρης της:
Και ἐχρειάσθη καιρὸς, ἐχρειάσθησαν αἱ νουθεσίαι καὶ ἐπιπλήξεις τῆς ἐκκλησίας, ὅπως συνέλθῃ εἰς ἑαυτὴν καὶ ἐνθυμηθῇ τὰ ἐπιζῶντα τέκνα της...
-Καταλήγει να ζητήσει τη βοήθεια του Πατριάρχη, όχι βεβαίως του ανώτερου κληρικού που εκφράζει αυθεντικά την αλήθεια, αλλά του σοφού και σεβάσμιου ανθρώπου, του προσωπικού φίλου, προκειμένου να απαλλάξει την μητέρα του από τον πόνο και τις τύψεις μιας ζωής.
   Πουθενά, λοιπόν, το αδιάλλακτο πνεύμα της αθεΐας και του αντικληρικαλισμού. Καμία επιθετικότητα για τους πατριώτες του τους έλληνες πιστούς και δεισιδαίμονες. Πλήρης κατανόηση για τη Δεσποινιώ, την πονεμένη μάνα που μπλέκει τις προλήψεις με την πίστη.
   Πρόκειται, δεύτερον, για ιδιάζοντα ορθολογισμό, διότι διαπνέεται από την ελληνική καταπληκτική αίσθηση του μέτρου, και δεν θυμίζει καθόλου τον επιθετικό και μονομερή ορθολογισμό της Δύσης· ο εκπρόσωπός του στο διήγημα δεν ξέρει τα πάντα, δεν απορρίπτει, δεν καταδικάζει, μόνο αποπειράται να κατανοήσει, να ερμηνεύσει, να εμβαθύνει στην ψυχή και το βίο των συμπολιτών του. Ο ορθολογισμός του δεν επιβάλλεται αφ’ υψηλού, αλλά μένει ταπεινόφρων και διακριτικός· σοφός και πλήρης σεβασμού για τα όρια της ανθρώπινης σοφίας, αφήνει σαφέστατα περιθώρια και για το ανεξήγητο:
-Μόνο σεβασμός και προσκύνηση αποδίδεται στο μυστήριο εμφάνειας της πατρικής ψυχής εν είδει χρυσαλλίδος ιπταμένης ιεροπρεπώς άνωθεν του αγιασμένου ύδατος:
Αἴφνης μικρὰ χρυσαλλὶς, πετάξασα κυκλικῶς ἐπ’ αὐτοῦ, ἤγγισε μὲ τὰ πτερὰ της, καὶ ἐτάραξεν ἐλαφρῶς τὴν ἐπιφάνειά του. Ἡ μήτηρ μου ἔκυψεν εὐλαβῶς καὶ ἔκαμε τὸν σταυρόν της, ὅπως ὅταν διαβαίνουν τὰ Ἅγια ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ.
  Ο ορθός λόγος, τρίτον, όπως ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του πεπαιδευμένου γιου, δεν έχει μεταλλαχτεί σε σκληρημένη, αυτοτροφοδοτούμενη ιδεολογία. Προκρίνει απόλυτα το σεβασμό της ετερότητας[9], την υική αγάπη, την προτεραιότητα των σχέσεων, τη λειτουργικότητα της κοινότητας, την ίδια τη ζωή στη συνοχή και συνέχειά της. Ένας ορθολογισμός που ξέρει καλά πως θα βρει την αλήθεια όχι στις ιδέες αλλά στα πρόσωπα.
Ομολόγως, η κατά συμβιβασμόν δεισιδαιμονία της μητέρας δεν ταυτίζεται με καμία μαγική θεώρηση του κόσμου, δεν καθυποτάσσει σε ανεξέλεγκτες δυνάμεις την ανέλιξη της ζωής· δεν εμποδίζει τη Δεσποινιώ να ριχτεί στη δουλειά, να υπερβεί συμβάσεις για χάρη των παιδιών της, να παλέψει προσωπικά και συνειδητά τον πόνο και την ενοχή, υιοθετώντας δύο κορίτσια παρόλες τις αντιρρήσεις των φυσικών της τέκνων. Η μητέρα τιμά τα γράμματα, εμπιστεύεται το διαβασμένο γιο, μοιράζεται μ’ αυτόν το μυστικό της, εξομολογείται, κρίνει και κρίνεται. Άρα, η δεισιδαιμονική παράδοση λειτουργεί απλώς και μόνο συνεκτικά για τη μικρή κοινότητα· λιγότερο ή περισσότερο αποδεκτή από τα μέλη της, αποτελεί κώδικα επικοινωνίας και ανταλλαγής εμπειριών, παρέχει βεβαιότητα και ασφάλεια νοήματος, γίνεται πλοηγός κοινής πορείας μέσα στη γεμάτη μυστήρια και απρόβλεπτες φουρτούνες θάλασσα της καθημερινότητας. Οι λαϊκές προλήψεις ερμηνεύουν βεβαίως λανθασμένα τα διάφορα συμβάντα, μα ταυτόχρονα υπάρχουν για να υπηρετούν ως ένα βαθμό την κοινωνική λειτουργικότητα.
Η λαϊκή δεισιδαιμονία της αμόρφωτης μάνας και ο μετριοπαθής ορθολογισμός του σπουδασμένου αφηγητή ριζώνουν βαθιά στο συναμφότερον του ελληνικού τρόπου, την άλογη και απερινόητη μισγάγκεια των αντιθέσεων που συνυπάρχουν ἐν ταυτῷ. Η ελληνική παράδοση αποφεύγει τη μονομέρεια και την εμμονή· ενσωματώνει αφενός τη δεισιδαιμονία, κατά τρόπο όμως που να παραμένουν ανοικτά και διαθέσιμα τα βαθύτερα κι αληθινά πεδία της ζωής, και αφετέρου τον ορθό λόγο κατά τρόπο όμως που να μην υποτάσσει τη ζωή σε σχήματα. Δεισιδαιμονία και ορθολογισμός δικαιώνονται όχι μέσω της συμφωνίας τους προς τις υπερβατικές αξίες ενός κόσμου αόρατου ή μιας απόκοσμης αλήθειας, αλλά μέσω της κοινωνικής λειτουργικότητάς τους· αληθεύουν στο βαθμό που κοινωνούνται. Φως και σκοτάδι στη ζωή εναλλάσσονται, στα Βαλκάνια ισομοιράζονται.

Ύστερα από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό γιατί στο διήγημα δεν επιβάλλεται ούτε η φαιδρότητα ενός χαρούμενου τέλους (μια μάνα που π.χ. θα άφηνε στην Πόλη και τα πόδια του Πατριάρχη της ζωή της όλη και θα έφευγε περιχαρής κι αλλοπαρμένη) ούτε η μαυρίλα μιας αυτοκαταστροφικής εσωστρέφειας (μια μάνα που π.χ. θα έμενε για πάντα στην Πόλη αλύτρωτη και αυτόχειρ). Αντ’ αυτών η δραματική αλήθεια της ζωής: μαζί τα πάθη μαζί κι η κάθαρση, μαζί ο χρόνος που γιατρεύει την πληγή μαζί κι ο πόνος που ριζώνει στη ψυχή της χαροκαμένης μάνας.

Αυτή τελικά είναι και η ηθογραφία του διηγήματος, το ζωτικό και ζωηφόρο σκηνικό που αποτελούσε η πατρίδα για όσους κάποτε κοινωνούσαν τη ζωή. Το ήθος που ζωγραφίζει ο Βιζυηνός, κατοίκημα ενός πολιτισμού, ενός τρόπου της ζωής.


[1] Ο Χρ. Μηλιώνης, Σηµαδιακός κι αταίριαστος, Αθήνα 1994 στο κεφ. Παπαδιαµάντης και ηθογραφία ή ηθογραφίας αναίρεσις, σελ. 47-72, επιχειρεί διερεύνηση του προβληματικού όρου ηθογραφία, όπως χρησιμοποιείται από τους γραμματολόγους Δημαρά, Πολίτη και Vitti. Σχετικά με τον Βιζυηνό παραθέτει το ακόλουθο απόσπασμα από την μελέτη του M. Vitti, Ιδεολογική Λειτουργία της Ελληνικής Ηθογραφίας, Αθήνα 1974: «Ο Βιζυηνός αποτελεί µία από τις εξαιρέσεις που ξεφεύγουν κάπως από τα κοινά κριτήρια... Αλλά η σκηνοθεσία που επιδιώκει το suspense, η αγχώδης ανάγκη κάθαρσης, όλα αυτά ζυµωµένα οργανικά, µε την πλοκή, µε το ύφος, µε το υλικό, βάζουν σε αµηχανία όποιον αποπειραθεί να εντάξει τον Βιζυηνό δίπλα στους άλλους ηθογράφους του καιρού του. Με την ψυχική υποβολή που διακρίνει την αφήγησή του και την περιγραφή των πραγµάτων, διστάζω να µιλήσω, επιπλέον, για ρεαλισµό στον Βιζυηνό. ∆ιακρίνουµε βέβαια µια προσήλωση στην πραγµατικότητα, το θάµπωµα όµως µέσ’ από το οποίο τούτη προβάλλει είναι κάτι που βάζει σε δύσκολη θέση τον κριτικό που θέλει να της βρει έναν ορισµό όχι πρόχειρο», και σχολιάζει ο Μηλιώνης: «Εποµένως ο Βιζυηνός µε τον οποίο, κατ’ άλλους, αρχίζει σίγουρα η ''ηθογραφία'' δεν είναι ούτε ''ηθογράφος'' ούτε καν ''ρεαλιστής''. Εδώ δεν µπορώ να κρύψω τη χαιρεκακία µου για την εκδίκηση που παίρνουν οι άξιοι συγγραφείς, όταν οι φιλόλογοι πάνε να τους εγκλωβίσουν».
[2] Είναι γνωστή η έκταση και ποιότητα των φιλοσοφικών σπουδών του Βιζυηνού σε Πανεπιστήμια της Αθήνας, του Γκάιτινγκεν, της Λειψίας (διδακτορική διατριβή: Τὸ παιχνίδι ὑπὸ ἔποψη ψυχολογικὴ καὶ παιδαγωγική) και του Λονδίνου (υφηγεσία: Ἡ φιλοσοφία τοῦ καλοῦ παρὰ Πλωτίνῳ, επανέκδοση Αρμός 1995).
[3] Λ. Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 19803, σελ. 202.
[4] Αφηγηματολογική προσέγγιση του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα των διηγημάτων του Βιζυηνού βλ. Γ. Πασχαλίδης, Η ποιητική της αυτοβιογραφίας,, Αθήνα 1993, σσ. 199-219· επίσης, Μ. Χρυσανθακόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Αθήνα 1994, σελ. 19.
[5] Η Ανδρονίκη Μαστοράκη (σε άρθρο δημοσιευμένο στο Διαδίκτυο) επισημαίνει: «Στην αφήγηση του συγγραφέα παρεμβάλλονται συχνά οι αφηγήσεις των ίδιων των ηρώων του. Η λειτουργία των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων είναι διττή: αφενός εξυπηρετεί στην εξέλιξη της πλοκής και στη δημιουργία ρεαλιστικών ανατροπών και αφετέρου μετέχει στα αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία των διηγημάτων».
[6] Α. Αφεντουλίδης, Τα μοτίβα της πεζογραφίας του Γ. Βιζυηνού, Φιλολογική 82 (2003): «Ο Βιζυηνός, ενώ διά των λόγων προσπαθεί να μειώσει τη σημασία των λαϊκών προλήψεων και δεισιδαιμονιών, στην πραγματικότητα κατά έμμεσο τρόπο τα αποδέχεται ως μέσα στα οποία καταφεύγουν οι άνθρωποι για την αντιμετώπιση ψυχικών ή σωματικών διαταραχών ανεξήγητων ή για την ικανοποίηση της υπαρξιακής τους αγωνίας και ανησυχίας».
   [7] Β. Αθανασόπουλος, Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού, Αθήνα 1992, σελ. 157: «Το πεζογραφικό έργο του διαθέτει μια τόσο έντονη πραγματολογική διάσταση που ξεκι­νώντας από την περισσότερο ή λιγότερο μακρινή ανάμνηση, συχνά επεκτεί­νεται προς την περιοχή της επιστήμης». Π. Μουλλάς, Το νεοελληνικό διήγημα και ο Βιζυηνός, Εισαγωγή στο Βιζυηνός Γ.Μ., Νεοελληνικά Διηγήματα, Αθήνα 2001, σελ. νζ΄: «Δεν είναι ο αφελής παραμυθάς που ανασκαλεύει τα μεταλλεύματα της μνήμης του, ανυποψίαστος για την αξία τους· είναι ο λόγιος που παρακολούθησε από κοντά στο εξωτερικό την πορεία του θετικισμού ή του νατουραλισμού, την εξέλιξη της πειραματικής ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και της αισθητικής».
[8] Βλ. και Γ. Παγανός, Η νεοελληνική πεζογραφία, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 74: «Οι ήρωές του Βιζυηνού ιδωμένοι με αγάπη, έχουν μια ειδική ευαισθησία, είναι ήρωες παθητικοί. Μοιραία θύματα της ιδιοτυπίας του ψυχικού τους κόσμου, αντιδρούν νοσηρά στις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν».
[9] Βλ. την όμορφη παρένθετη διήγηση για τον Γύφτο, τον συνθέτη και στιχοπλόκο του πατρικού μοιρολογιού. Όχι απλώς ανεκτικότητα στο διαφορετικό, αλλά αναγνώριση της συμβολής του στην ισορροπία της κοινότητας.